Στην ανάγκη σοβαρότητας στον δημόσιο διάλογο, την προσήλωση της κυβέρνησης στο έργο της και στην αντίστιξη μεταξύ της κυβερνητικής συνέπειας και αντιπολιτευτικής τοξικότητας αναφέρθηκε η εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Δημοκρατίας, Αλεξάνδρα Σδούκου, μιλώντας στο OPEN.
Απαντώντας σε ερώτηση για το ποιο κόμμα θα προτιμούσε ως αντίπαλο η Νέα Δημοκρατία, η κ. Σδούκου ξεκαθάρισε ότι «δεν διαλέγει αντίπαλο. Θα ήταν τουλάχιστον αλαζονικό να λέγαμε στους πολίτες ποιον θέλουμε για δεύτερο και για τρίτο. Το καθήκον μας είναι να λέμε τι κάνουμε ως κυβέρνηση, γιατί το κάνουμε, πού στοχεύουμε και αν υλοποιήσαμε όσα υποσχεθήκαμε».
Επεσήμανε μάλιστα πως ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους πολίτες «υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης, με πυρήνα της την πολιτική λογοδοσία και την προσήλωση στο έργο μας. Αυτά θα παρακινήσουν τους πολίτες, ακόμα και αν σήμερα δηλώνουν αναποφάσιστοι ή δυσαρεστημένοι, να μας στηρίξουν για μια νέα αυτοδύναμη θητεία».
Αναφερόμενη στη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, η εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Δημοκρατίας υπογράμμισε ότι «την τοξικότητα που πριν εκτόξευαν εναντίον της κυβέρνησης, τώρα την εκτοξεύουν ο ένας προς τον άλλο. Από τη μια ο κύριος Τσίπρας θέλει να ξαναγράψει το παρελθόν του, επιχειρεί ένα rebranding που δεν μπορεί, όμως, να κρύψει τις θέσεις και τα πεπραγμένα του, από την άλλη, στο ΠΑΣΟΚ ο αρχηγός του υιοθέτησε ακραίες φράσεις εναντίον μας και τώρα στον δρόμο αυτό κινούνται τα στελέχη του εναντίον υπό ίδρυση κομμάτων».
Η κ. Σδούκου υπογράμμισε ότι «βλέπουμε απολύτως φανερά βουλευτές και στελέχη του Σύριζα να πηγαίνουν σε εκδηλώσεις άλλου υπό ίδρυση κόμματος. Αυτή είναι επίδειξη μιας βαθιά αμοραλιστικής συμπεριφοράς, μια άνευ προηγουμένου θεσιθηρική συμπεριφορά»
Η εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Δημοκρατίας είπε ότι η στάση του ΠΑΣΟΚ είναι υποκριτική στο θέμα της Συνταγματικής αναθεώρησης τονίζοντας πως «στελέχη, εκπροσωπώντας το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δήλωσαν, πως δεν πρόκειται να υπερψηφίσουν ως αναθεωρητέα, ούτε καν εκείνα τα άρθρα που μπορεί να συμφωνούμε όλοι. Αυτό είναι μια αποδοχή μελλοντικής ήττας, γιατί αν πίστευαν πως θα κερδίσουν όπως λένε, θα ήθελαν να μπορούν να έχουν τον πρώτο λόγο στη διαχείριση της αναθεώρησης. Όμως είναι φανερό με αυτή τους τη στάση, πως ακόμα και οι ίδιοι δεν πιστεύουν στη ρητορεία της νίκης με μια ψήφο, είναι ομολογία ότι και εκείνοι προβλέπουν πως θα ηττηθούν».
