Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018

Συνέντευξη  της Ράνιας Σβίγκου, εκπροσώπου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, στο Πρακτορείο  104,9 FM (Κ. Παπαδάκης- Σ. Παπαδοπούλου)


«Η επίλυση των εκκρεμών ζητημάτων στην εξωτερική πολιτική διασφαλίζει τα συμφέροντα της χώρας»

- Θέλω να ξεκινήσω ζητώντας το δικό σας το σχόλιο. Έχουμε το θέμα του ονοματολογικού, της συμφωνίας, ένα θέμα που θα μας-σας απασχολήσει πολύ ακόμα με ευρωπαϊκές, παγκόσμιες παραμέτρους αλλά και εσωτερικές. Πώς βλέπετε να εξελίσσεται τελικά;

Το πρώτο σχόλιο είναι, όπως έχουμε ξαναπεί από τη συχνότητα της εκπομπής σας, ότι η συμφωνία ανοίγει νέους δρόμους συνεργασίας και ανάπτυξης στα Βαλκάνια. Και αυτό γίνεται σε μια εποχή γενικευμένης αστάθειας, περιφερειακής και όχι μόνο, άρα αλλά όλες οι προσπάθειες και οι πρωτοβουλίες της εξωτερικής μας πολιτικής πρέπει να επικεντρώνονται στη λύση των εκκρεμών ζητημάτων για να διασφαλιστούν τα συμφέροντα της χώρας.
Η συμφωνία που φέρνει η κυβέρνηση είναι στη βάση της εθνικής γραμμής που διαμορφώθηκε τις δυο τελευταίες δεκαετίες, υπάρχει σαφής εξάλειψη κάθε στοιχείου αλυτρωτισμού και διασφαλίζει την ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της χώρας μας. Πρόκειται για μια συμφωνία η οποία θεωρώ ότι θα έχει την ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και θα ψηφιστεί από πολλούς βουλευτές.
Τα προηγούμενα χρόνια η γειτονική μας χώρα αναγνωρίστηκε από πάνω από 140 χώρες με την σημερινή συνταγματική της ονομασία. Αυτό ερχόμαστε να αλλάξουμε με τη σημερινή συμφωνία και ακριβώς για αυτό η συμφωνία έρχεται να προσφέρει στη χώρα μας πολλά πράγματα. Και αυτό θα γίνει ακόμα περισσότερο κατανοητό όσο περνάει ο καιρός.

- Η Ν.Δ., όμως, βάζει μέσα ότι έχει το στοιχείο της εθνικής μειοδοσίας. Η αντιπολίτευση.

Δυστυχώς, από τη Ν.Δ. έχουν ακουστεί ακρότητες. Και έχουν ακουστεί ακρότητες οι οποίες καμία σχέση δεν έχουν με την παραδοσιακή θέση της Ν.Δ., που ήταν για επίλυση με βάση μια σύνθετη ονομασία.
Αυτή ήταν η εθνική γραμμή της χώρας και σε αυτή την εθνική γραμμή στηρίχτηκε και η σημερινή διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης.
Θεωρώ ότι ο κ. Μητσοτάκης, ο οποίος εκλέχθηκε ως ένας φιλελεύθερος και μετριοπαθής αρχηγός για τη Ν.Δ., έπρεπε να το κατανοήσει αυτό. Επειδή, όμως, ο ίδιος είναι όμηρος μιας ακροδεξιάς πτέρυγας εντός της Ν.Δ. και προσπαθεί να ψαρέψει στα θολά νερά της ακροδεξιάς για ψήφους, βλέπουμε ότι έχει μια στάση εθνικά ανεύθυνη, η οποία δεν θεωρώ ότι βοηθάει και τον ίδιο.

- Κα Σβίγκου, είπατε ότι όταν έρθει προς ψήφιση η συμφωνία θα υπερψηφιστεί. Τις ψήφους πού θα τις αναζητήσετε; Γιατί οι ΑΝΕΛ έχουν δηλώσει ότι δεν πρόκειται να ψηφίσουν ένα όνομα που έχει ως ένα από τα συνθετικά του το «Μακεδονία». Από την Ν.Δ. πάλι, εκτός από την κα Μπακογιάννη που είπε ότι βλέπουμε θετικά τη «Βόρεια Μακεδονία», δεν βλέπουμε να υπάρχει ρεύμα υπέρ της συμφωνίας.

Θα υπάρξουν από τα υπόλοιπα κόμματα. Ήδη το Ποτάμι έχει εκφραστεί θετικά. Θεωρώ, όμως, ότι εκτός από το κόμμα του κ. Θεοδωράκη, θα υπάρξουν βουλευτές και από άλλα κόμματα οι οποίοι θα αντιληφθούν και αντιλαμβάνονται ήδη ότι πρόκειται για μια εθνικά συμφέρουσα λύση, η οποία πάει να δώσει λύση σε ένα εκκρεμές εδώ και χρόνια ζήτημα και προσπαθεί αυτό να το κάνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και είναι προς το συμφέρον της χώρας.
Άρα πιστεύω ότι αυτό θα γίνει αντιληπτό από περισσότερους βουλευτές του Κοινοβουλίου από αυτούς που μετράει η κυβέρνηση.

- Όμως, όταν ο κυβερνητικός εταίρος δεν στηρίζει αυτή την απόφαση, δεν δημιουργεί ένα αντικίνητρο για να την ψηφίσουν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης;

Καθόλου. Οι θέσεις των ΑΝΕΛ είναι γνωστές σχετικά με την ονομασία της FYROM και έχουν δημόσια κατατεθεί στον ελληνικό λαό αυτές οι θέσεις τους. Ταυτόχρονα, όμως, ακριβώς όπως σας είπα, επειδή πρόκειται για μια εθνικά συμφέρουσα λύση υπάρχουν βουλευτές, ιδιαίτερα όσοι έχουν στηρίξει στο παρελθόν τη λύση της σύνθετης ονομασίας, που καταλαβαίνουν ότι δεν υπήρχε μια εθνικά πιο συμφέρουσα λύση, την οποία μπορούσε να φέρει οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση, που θα υπερψηφίσουν και θα στηρίξουν αυτή την συμφωνία.

- Κα Σβίγκου, ο κ. Κοτζιάς παραχώρησε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη το Σαββατοκύριακο στο ΑΠΕ- ΜΠΕ και, μεταξύ άλλων, είπε ότι «η εποχή που θεωρούνταν διπλωματία το να κάνεις την κότα πέρασε. Αυτή, είπε ο κ. Κοτζιάς, ήταν μια διπλωματία για κοτέτσι και όχι για εξωτερική πολιτική». Αποτελεί στροφή στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδας όλο αυτό; Το γεγονός ότι είδαμε να ορθώνει και το ανάστημά της απέναντι στη Ρωσία, αδιαμφισβήτητα μια μεγάλη δύναμη, ότι τέλος πάντων αντιμετώπισε τα πράγματα όταν κατάλαβε ότι παραβιάζεται η εθνική κυριαρχία με έναν συγκεκριμένο τρόπο πολύ σαφή.

Από το 2015 που ανέλαβε αυτή η κυβέρνηση ακολούθησε μια ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, επιδιώκοντας σχέσεις συνεργασίας και φιλίες με όλα τα κράτη. Και, βέβαια, με την Ρωσία με την οποία συνδεόμαστε με πολύχρονους δεσμούς φιλίας και συνεργασίας.
Ταυτόχρονα, όμως, η Ελλάδα καθιστά ξεκάθαρο προς όλες τις πλευρές, και αυτό δεν το απευθύνει ο υπουργός Εξωτερικών μόνο προς τη Ρωσία στη συνέντευξή του, ότι όποτε τίθεται ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και δεν γίνονται σεβαστές οι αρχές του διεθνούς δικαίου, η Ελλάδα θα απαντά αποφασιστικά.
Στη βάση, λοιπόν, του αμοιβαίου σεβασμού πρέπει να τηρούνται οι σχέσεις μας με όλα τα κράτη. Η Ελλάδα θα συνεχίσει να στηρίζει την επαναπροσέγγιση των σχέσεων της Ρωσίας με την Ευρώπη και θα συνεχίσει να προωθεί τις σχέσεις με τη Ρωσία τόσο σε διμερές όσο και σε πολυμερές επίπεδο, όπως έκανε και την προηγούμενη περίοδο. Ταυτόχρονα, όμως, όπως σας είπα και προηγουμένως, θα υπάρχει αποφασιστική απάντηση οποτεδήποτε δεν γίνονται σεβαστές οι αρχές του διεθνούς δικαίου.

- Πάντως με αφορμή το θέμα με την Ρωσία και τις εξελίξεις στις ελληνορωσικές σχέσεις, η αντιπολίτευση κατηγόρησε για άλλη μια φορά την κυβέρνηση ότι, όπως και με τη συμφωνία των Πρεσπών, δεν είχε επαρκή ενημέρωση και σε αυτό το θέμα.

Κατ’ αρχήν όσον αφορά το ζήτημα του Μακεδονικού έχουν υπάρξει πολλές ενημερώσεις τόσο από τον υπουργό Εξωτερικών όσο και από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό. Και μάλιστα να σημειώσω ότι σε μια από τις ενημερώσεις που είχε κάνει ο Νίκος Κοτζιάς προς τους πολιτικούς αρχηγούς ο κ. Μητσοτάκης ήταν ο μόνος αρχηγός ο οποίος αρνήθηκε αυτή την ενημέρωση. Αυτό έγινε πριν από λίγους μήνες και το θυμούνται όσοι μας ακούνε.
Τώρα όσον αφορά στο ζήτημα της Ρωσίας, καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για ένα θέμα αρκετά ευαίσθητο και αρκετά λεπτό, χρειάζεται σοβαρότητα και χαμηλοί τόνοι στην αντιμετώπισή του. Όπως, την ίδια στιγμή πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο επιδέχεται οποιαδήποτε μικροπολιτικής και μικροκομματικής αντιπαράθεσης.
Αυτό οφείλει να το αντιληφθεί η Ν.Δ., η οποία έχει υπάρξει κυβέρνηση για πολλά χρόνια, και πρέπει να στηρίξει το υπουργείο Εξωτερικών και την ελληνική κυβέρνηση.

- Τώρα, από την εξωτερική πολιτική να σας πάω στην εσωτερική πολιτική. Φτάνοντας προς την 21η Αυγούστου, μια πολύ κρίσιμη ημερομηνία, θέλω να σας ρωτήσω αν θεωρείτε ότι η κυβέρνηση έχει τον πολιτικό χρόνο να δώσει το στίγμα της, αφού αποκτήσει πολιτικό και δημοσιονομικό χώρο, να δείξει τι εννοεί. Τι θέλετε να κάνετε από την αρχή. Υπάρχει επαρκής χρόνος;

Υπάρχει επαρκής χρόνος. Το μνημόνιο τελειώνει στις 21 Αυγούστου και μαζί τελειώνουν οι δύσκολες συνθήκες τις επιτροπείας και της επιτήρησης η οποία υπήρξε τα προηγούμενα χρόνια. Πλέον η εκάστοτε κυβέρνηση ανακτά βαθμούς ελευθερίας και μπορεί η ίδια να επιλέξει τα μέσα με τα οποία θα εκπληρώνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι του 3,5%. Εμείς θα προσπαθήσουμε να διορθώσουμε τις αδικίες των προηγούμενων χρόνων.

- Όπως στα εργασιακά ας πούμε;

Στα εργασιακά, είναι ήδη ψηφισμένο ότι θα επαναφέρουμε τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μετά τη λήξη του προγράμματος, κάτι το οποίο ο κ. Μητσοτάκης δεν έχει χάσει ευκαιρία να το αποκαλεί ιδεοληψία. Κάτι, όμως, που κατανοούν οι εργαζόμενοι ότι είναι προς το συμφέρον τους και ενισχύει την διαπραγματευτική τους δύναμη. Όπως, επίσης, μπαίνει σε τροχιά και η σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού.
Πρόκειται για δυο ρυθμίσεις οι οποίες είναι ιδιαίτερα σημαντικές και δείχνουν την αντίληψη που έχουμε εμείς για το νέο πλαίσιο ανάπτυξης μετά το μνημόνιο. Θέλουμε μια ανάπτυξη όπου στο επίκεντρο είναι οι εργαζόμενοι και τα δικαιώματά τους και θεωρούμε ότι είναι δυο εμβληματικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες δείχνουν και το στίγμα που θέλουμε να αφήσουμε στη χώρα.
Τα προηγούμενα χρόνια ισοπεδώθηκαν τα εργασιακά δικαιώματα στην Ελλάδα, καταργήθηκαν οι συλλογικές συμβάσεις και οι προστατευτικές ρυθμίσεις υπέρ των εργαζομένων. Αυτά προσπαθούμε να επαναφέρουμε και θα επαναφέρουμε, ώστε η Ελλάδα να γίνει μια κανονική χώρα στην οποία να ισχύουν οι ευρωπαϊκές αρχές και για τα εργασιακά δικαιώματα.


23/07/2018

ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ