Με ενστάσεις της αντιπολίτευσης, που στο επίκεντρό τους είχαν τις διατάξεις των υπουργικών τροπολογιών, τις οποίες χαρακτήρισαν εκπρόθεσμες και μη σχετικές με το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών «Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο,
Ταμείο Εκσυγχρονισμού και άλλες διατάξεις» άρχισε η συζήτησή του στην Ολομέλεια.Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ Δημήτρης Μαρκόπουλος απέρριψε ως «παρελκυστικές» τις αιτιάσεις, λέγοντας πως «δεν πρέπει να υπάρχει διαφωνία για την διαφωνία», σημειώνοντας ότι «υπάρχουν σημαντικά και επείγοντα ζητήματα και πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω που έχετε διαφωνία». Χαρακτηριστικά, είπε ότι οι διατάξεις που αφορούν το υπουργείο Υγείας «αφορούν την παράταση της πληρωμής των εφημεριών των γιατρών, την παράταση ισχύος των ρυθμίσεων που έληξαν πριν λίγες ημέρες για την προστασία της δημόσιας Υγείας από την covid, την κατ΄ οίκον νοσηλεία και πραγματικά δεν βλέπω ποιο είναι το πεδίο της διαφωνίας, εκτός και εάν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που θα πρέπει να μας επισημάνετε κατά την διάρκεια της συζήτησης». Ο κ. Μαρκόπουλος, ζήτησε από την αντιπολίτευση να μην αντιμετωπίζει «κοντόφθαλμα» και «παρελκυστικά» τα επείγοντα αυτά ζητήματα.
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ- ΚΙΝΑΛ Χρήστος Μάντζος εξέφρασε ενστάσεις επί της διαδικασίας υποστηρίζοντας ότι «το σχέδιο νόμου έχει ένα σοβαρό σκοπό που θα έπρεπε να συζητηθεί σε βάθος και στην Επιτροπή και σήμερα αυτοτελώς στην Ολομέλεια. Η κυβέρνηση όμως επιλέγει να συναθροίσει στο ίδιο σχέδιο νόμου πολλές ετερόκλιτες διατάξεις στα επόμενα μέρη του, ανάμεσα στις οποίες είναι και αυτές του υπουργείου Υγείας που θα μπορούσαν κάλλιστα και θα όφειλε να ήταν ξεχωριστή νομοθετική πρωτοβουλία του υπουργείου Υγείας, ώστε στην αρμόδια κοινοβουλευτική Επιτροπή να υπάρξει και η σχετική ακρόαση φορέων». Ο κ. Μάντζος επίσης χαρακτήρισε «άσχετη και μη συναφή» με το νομοσχέδιο την τροπολογία που έχει ρυθμίσεις σχετικά με την σύσταση και λειτουργία Ηλεκτρονικού Μητρώου Αυτοκαταναλωτών Ενέργειας, τον ορισμό του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας ως φορέα παροχής τεχνικής βοήθειας στις Ενεργειακές Κοινότητες Πολιτών και τις Κοινότητες Ανανεώσιμης Ενέργειας, την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων και την τροποποίηση και την σύσταση Μητρώου Επιχειρήσεων για διάθεση ψηφιακών αγαθών (eMarketplace).
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Χρήστος Γιαννούλης, από την δική του πλευρά, υποστήριξε ότι πλέον «κατά παράδοση και συνήθεια» έχουμε έναν κακό τρόπο νομοθέτησης. Στην Επιτροπή, πρόσθεσε «είδαμε οι άμεσα συνεργαζόμενοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, ο γενικός γραμματέας και ο υπουργός να συναντώνται στην ακρόαση φορέων ως νομοθετικό Σώμα και φορέας! Δεν μπορεί σε αυτό το νομοσχέδιο που συζητάμε να κάνουμε αποδεκτό ότι η γενική γραμματέας ΕΣΠΑ συνδιαλέγεται ως φορέας». Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, παράλληλα ανέφερε ότι «η ασμένουσα ψήφιση του παρόντος νομοσχεδίου που έχει σημαντικές παραμέτρους, λαθροχειρίες με την κατάθεση τροπολογιών, συζητείται σε ένα ιδιαίτερο πολιτικό περιβάλλον. Και αυτό είναι ότι πολλοί από όσους θα κληθούν να συμμετέχουν στην ψηφοφορία (εν. τους βουλευτές της ΝΔ), άλλοι βρίσκονται υπό έλεγχο της Δικαιοσύνης (εν. τις δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ), άλλοι δηλώνουν ότι εγκαταλείπουν την πολιτική και υπάρχει γενικά μια σύγχυση που μπορεί ακόμα και να αλλοιώσει το ουσιαστικό νόημα αυτής της συζήτησης».
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Πλεύσης Ελευθερίας Αλέξανδρος Καζαμίας, επίσης είπε ότι «και εμείς θέλουμε να διαμαρτυρηθούμε για την διαδικασία, διότι υπάρχουν πολλά προβλήματα. Το νομοσχέδιο έχει 48 άρθρα εκ των οποίων μόνο 36 από αυτά βγήκαν στην δημόσια διαβούλευση, δηλαδή το 1/4 του σχεδίου νόμου δεν τέθηκε σε διαβούλευση και αυτό είναι μια κυβερνητική πρακτική που βλέπουμε να συμβαίνει αρκετά συχνά. Το δεύτερο είναι ότι στο νομοσχέδιο υπάρχουν άρθρα άλλων υπουργείων όπως του Υγείας αλλά και του Προστασίας του Πολίτη. Επίσης έχουμε τροπολογίες που κατατέθηκαν εκπρόθεσμα που προσθέτουν άλλα 15 άρθρα. Με άλλα λόγια έχουμε μια νομοθέτηση που δεν ακολουθεί τις σωστές κοινοβουλευτικές διαδικασίες, είτε για να μην συζητηθούν στην δημόσια διαβούλευση είτε και στην Επιτροπή της Βουλής. Αυτή η πρακτική, για εμάς δεν είναι αποδεκτή. Το φαινόμενο αυτό θα πρέπει να σταματήσει».
Η συζήτηση συνεχίζεται με τις τοποθετήσεις των εισηγητών και αγορητών των κομμάτων.
