Τετάρτη 15 Μαΐου 2024

Π. Μαρινάκης: Η χώρα χρειάζεται ένα αποτέλεσμα στις ευρωεκλογές που θα επαναβεβαιώσει τη σταθερότητα και την ανάγκη για τολμηρές μεταρρυθμίσεις, όπως συνέβη τον Ιούνιο του 2023

«Μέχρι τώρα, χωρίς κάποιο αποτέλεσμα ευρωεκλογών ή μιας εκλογικής διαδικασίας έχουμε μια αντιπολίτευση -που για μένα αυτό είναι αλαζονικό και όχι το 41%, το 41% δεν είναι λευκή επιταγή, είναι η λαϊκή βούληση- η οποία είναι απέναντι σε όλα» ανάφερε ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης

μιλώντας στον ρ/σ Παραπολιτικά 90,1 FM για τη σπουδαιότητα των ευρωεκλογών. «Λέει όχι σε όλα και κατηγορεί μια κυβέρνηση που έχει τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη των πολιτών ότι προχωράει σε ενέργειες που δεν έχει πάρει εντολή, δεν πρέπει να κάνει. Σκεφτείτε πόσο θα αλλάξει όλο αυτό, αν θα υπάρξει μια αντιπολίτευση, η οποία θα πάει να πατήσει σε ένα μέτριο -θα πω εγώ- εκλογικό αποτέλεσμα, τη στιγμή που η εντολή του Ιουνίου του 2023, είναι να γίνουν μεγάλες τομές και μεγάλες αλλαγές, που κατά κανόνα δεν στηρίζει η αντιπολίτευση» προσέθεσε και τόνισε:

«Όμως, η χώρα χρειάζεται ακόμα περισσότερες τέτοιες μεταρρυθμίσεις, όπως οι πολλές που έχουν γίνει μέσα σε έναν χρόνο. Η χώρα χρειάζεται ένα αποτέλεσμα στις ευρωεκλογές που θα επαναβεβαιώσει τη σταθερότητα και την ανάγκη για τολμηρές μεταρρυθμίσεις, όπως συνέβη τον Ιούνιο του 2023. Είναι ένα σταυροδρόμι αυτές οι ευρωεκλογές, είναι μια εθνική κάλπη. Εθνικές εκλογές θα έχουμε το 2027, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις».

Επίσης είπε ότι μία από τις προϋποθέσεις που συντρέχει αυτή τη στιγμή στη χώρα μας, πέραν της μείωσης της φορολογίας, του ψηφιακού κράτους, είναι και η σταθερότητα. «Δεν πρέπει να τη διακινδυνεύσουμε αυτή τη σταθερότητα, θέλοντας να στείλουμε ένα μήνυμα. Προφανώς, πρέπει να κάνουμε και άλλα. Προφανώς, υπάρχουν παράπονα. Πρέπει να βελτιώσουμε και αυτά που ενοχλούν τους πολίτες. Αλλά, ας μην γκρεμίσουμε αυτά που έχουμε χτίσει» ανέφερε.

Για τη Συμφωνία των Πρεσπών και την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης υπογράμμισε ότι οι τελευταίες εξελίξεις δικαιώνουν την εξωτερική πολιτική που έχει ασκηθεί και στα της Βόρειας Μακεδονίας από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. «Να θυμίσω, κατ΄ αρχάς, ότι ο πρωθυπουργός, ως τότε πρόεδρος της αντιπολίτευσης, είχε εναντιωθεί -και συνολικά η ΝΔ- με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Την είχαμε καταψηφίσει. Έχοντας πρώτα ασκήσει και το δικαίωμά μας για πρόταση δυσπιστίας στην τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, είχαμε, επισημάνει ότι σε περίπτωση που ψηφιστεί και κυρωθεί, οφείλουμε να την εφαρμόσουμε, γιατί υπάρχει και συνέχεια στο κράτος και θα έχει πολύ μεγάλη ισχύ, μεγαλύτερη και από νόμο. Είναι τα λόγια του νυν πρωθυπουργού» ανέφερε.

«Όμως, ως προς τη στρατηγική που ακολουθήθηκε από το 2019 και μετά, κάποιοι μας κουνούσαν το δάχτυλο, μας κατηγορούσαν, καλοπροαίρετα ή και όχι καλοπροαίρετα, γιατί δεν κυρώνουμε τα μνημόνια. Σκεφτείτε να φτάναμε στο σημείο η άλλη πλευρά, η άλλη χώρα, η Βόρεια Μακεδονία να μην έχει κάνει ούτε τα βασικά, ούτε δηλαδή να έχει διανύσει τα πρώτα μέτρα μιας διαδρομής, που είναι να λένε τη χώρα τους όπως προβλέπει η Συμφωνία των Πρεσπών και εμείς να είχαμε τελειώσει, να είχαμε διανύσει όλα τα χιλιόμετρα, έχοντας κυρώσει και τα μνημόνια. Θα ήταν σε καλύτερη θέση η χώρα μας; Θα είχε λιγότερα διαπραγματευτικά όπλα σε αυτή τη συζήτηση; Προφανώς και όχι. Άρα, οι βιαστικοί -να το πω έτσι ευγενικά-, οι επισπεύδοντες δεν δικαιώνονται. Άρα, δικαιώνεται η στρατηγική Μητσοτάκη στο συγκεκριμένο θέμα» συμπλήρωσε.

«Όταν προς το παρόν δεν αποδέχονται, σε επίπεδο Προέδρου της Βόρειας Μακεδονίας, την ονομασία της χώρας τους, του κράτους, για ποιο λόγο εμείς να βιαστούμε; Υπάρχει κάποιος λόγος να βιαστούμε; Εμείς περιμένουμε να δούμε εάν η Βόρεια Μακεδονία θα τηρήσει τα συμφωνηθέντα και τα ψηφισθέντα και τα διεθνώς κυρωθέντα μιας Συμφωνίας» σημείωσε ο κ. Μαρινάκης.

Επιπλέον υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση θα περιμένει να δει τη στάση της νέας κυβέρνησης της Βόρειας Μακεδονίας. «Υπάρχουν υποχρεώσεις που πρέπει να τηρηθούν και προφανώς η Ελλάδα, ως ένα σοβαρό, αξιόπιστο κράτος που τηρεί τις δεσμεύσεις της, θα κινηθεί αναλόγως. Αλλά δεν θα βιαστούμε. Δεν θα είμαστε εμείς οι επισπεύδοντες. Δεν θα είμαστε εμείς αυτοί που θα κάνουμε παραπάνω βήματα από αυτά τα οποία κάνει η άλλη πλευρά» είπε, τονίζοντας ότι η στρατηγική που ακολουθήθηκε από την κυβέρνηση και από τον πρωθυπουργό, από το 2019 και μετά, δικαιώνεται από τις τελευταίες εξελίξεις.

Για τη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τόνισε ότι ο διάλογος δεν συνεπάγεται και συμφωνία. «Είναι δεδομένες οι διαφωνίες. Είναι μια η διαφορά μας, που θέλουμε να επιλυθεί επί τη βάσει του Διεθνούς Δικαίου, ο καθορισμός ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Υπάρχουν και πολλές διαφωνίες σε πολλά ζητήματα και διμερή, αλλά και ζητήματα ευρύτερου ενδιαφέροντος, όπως, για παράδειγμα, στη Μέση Ανατολή, που συμφωνούμε όλοι για την ανάγκη να προστατευτούν οι άμαχοι και να υπάρχει μια προστασία τους για να μην υπάρχει αυτό το οποίο βλέπουμε να συμβαίνει, μια κρίση ανθρωπιστική με τόσες απώλειες ανθρώπινων ζωών. Αλλά διαφωνούμε στο τι είναι η Χαμάς, για παράδειγμα. Και εκφράστηκε αυτό σε ανώτατο επίπεδο από τον Έλληνα πρωθυπουργό» ανέφερε.

«Αλλά οι διαφωνίες δεν σημαίνει ότι πρέπει να οδηγούν σε κρίσεις, να παράγουν κρίσεις και σε μια κατάσταση εκτός ελέγχου. Η μεγαλύτερη επιτυχία, λοιπόν, είναι η διατήρηση του διαλόγου. Και γιατί είναι επιτυχία; Πρώτον, γιατί εκφράζονται με καθαρό τρόπο οι ελληνικές θέσεις και σε δύσκολα θέματα. Δεύτερον, γιατί έχει οφέλη η χώρα μας, όπως είναι ο εκμηδενισμός των παραβιάσεων. Είναι η συνδρομή του κλίματος διαλόγου στην καλύτερη διαχείριση, από οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό κράτος, του μεταναστευτικού. Θυμίζω ότι έχουμε εκμηδενισμό των ροών στον Έβρο και στο Ανατολικό Αιγαίο. Αυτό οφείλεται στην πολιτική που ασκούμε, αλλά βοηθάει το κλίμα συνεννόησης με την Τουρκία. Και βέβαια, στα νησιά μας, αντί για παράνομους μετανάστες, υποδεχόμαστε νόμιμους τουρίστες. Αυτά είναι απτά» πρόσθεσε.

Τέλος για τη Μονή της Χώρας ο κ. Μαρινάκης σημείωσε ότι το ζήτημα το έθεσε ο πρωθυπουργός και αυτό το οποίο θα ικανοποιήσει την κυβέρνηση είναι να προστατευτεί πλήρως το συγκεκριμένο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς μνημείο.